Η νεράιδα του Ποδονίφτη

Μια φορά, ένας διαβάτης επέρναγε απάνω στα μεσάνυχτα από το ρέμα του Ποδονίφτη, κοντά στην Αθήνα. Εκεί ακούει κλάιματα μικρού παιδιού. Υπόθεσε πως θα είναι κανένα μικρό παιδί που θα το είχε ριγμένο η μάνα του, και επλησίασε εις το μέρος που άκουσε η φωνή. Εκεί, μέσα στα χαμόκλαδα, βρήκε πραγματικώς ένα αγγελοκάμωτο παιδάκι. Το επήρε στην αγκαλιά του για να το γλιτώσει, εκείνο όμως τον άρπαξεν αμέσως από το λαιμό, και θα τον έπνιγε αν δεν επρόφταινε να φωνάξει: «Βόηθα Χριστέ και Παναγιά!» Και τότε αφανίστηκεν αμέσως η νεράιδα του μέρους εκείνου, γιατί αυτή επίτηδες παρουσιάζεται σαν μικρό παιδί, για να τους γελά τους ανθρώπους και να τους πνίγει.

Οι δυο νεράιδες

Ο παπα-Αγαθάγγελος, εφημέριος του Σωτήρος, όταν ήτανε ακόμη παιδί, επήγε μια μέρα στα χωράφια, στο καταμεσήμερο. Κοντά στα Πατήσια εκατάλαβε πως κάποιος τον έπιασε, και δεν εμπόρηγε ούτε μπροστά να πάει ούτε πίσω. Δεν έβλεπε κανένα, αλλ’ ενόησε πως ήταν νεράιδα, και άκουγε και μίαν άλλη που εγέλαγε. Επολέμησε να κάμει το σταυρό του και δεν κατόρθωσε, γιατί του κρατούσαν τα χέρια. Εις την αγανάχτησή του, εβλαστήμησε και είπε: «Στο διάβολο!» Τότε είδε ένα χέρι που σηκώθη να τον χτυπήσει στο πρόσωπο, αλλ’ η άλλη νεράιδα, φαίνεται, το έπιασε, και είπε: «Άσ’ τον να πάει!».

Η παρμένη

Όταν είναι καμιά κόρη έμορφη και ζηλεμένη, τη ζηλεύουν οι ανεράιδες και την παίρνουν, να γίνει κι αυτή ανεράιδα. Έτσι μια ανεράιδα εζήλεψε μια ωραία νέα στην Αθήνα, τη θυγατέρα του Μπούσουλα, και την επήρε. Αυτό συνέβη εις τον καιρόν μας, ολίγους χρόνους ύστερα από την Επανάσταση. Οι γονείς της έφαγαν τον κόσμον να την ζητούν, και είχαν την ιδέα πως κάποιος τούς την έκλεψε. Δεν πέρασαν όμως οχτώ ημέρες, και την ήβραν εις τους Αέρηδες, όπου την άφησαν οι νεράιδες. Η κόρη ήταν βουβή, είχε χάσει τη μιλιά της, και μόνο με τα νοήματα προσπαθούσε να τους παραστήσει τα παθήματά της. Έφεραν τους παπάδες, την εδιάβασαν, την πήγαιναν και στην εκκλησιά οχτώ ημέρες. Με αυτά την έκαμαν καλά και της εγύρισε και η φωνή. Τότε πλέον τους διηγήθη καταλεπτώς πώς την άρπαξαν, χωρίς να ημπορεί να καταλάβει πού την πήγαιναν. Γιατί πήγαιναν, πήγαιναν, και στεκόντανε πάντοτε σε κορφή βουνού. Επειδή έκλαιγε ολημέρα, τη λυπήθηκε μια ανεράιδα και της έδωκε μια μπάτσα και εβρέθη στους Αέρηδες.

(από το βιβλίο: Nικόλαος Γ. Πολίτης, Παραδόσεις, Γράμματα, 1994)