Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός κι είχεν ένα γάιδαρο. Ο γάιδαρος εγέρασε κι ο γεωργός πήγε και τον έδεσε έξω να ψοφήσει.

Από κει πέρασεν ένας κυνηγός κι είχεν ένα σκυλί, αλλά δεν το ήθελε πια, γιατί εγέρασε και δεν έβγαζε τους λαγούς.

Ο σκύλος εστάθηκε κι ερώτησε το γάιδαρο:

– Τι κάνεις, καημένε γάιδαρε, εδώ;

Λέει ο γάιδαρος:

– Μ’ έδεσεν εδώ τ’ αφεντικό μου να ψοφήσω, γιατί εγέρασα.

– Και μένα μ’ έδιωξεν ο δικός μου, γιατί δεν βλέπω πια τους λαγούς.

– Έρχεσαι, του λέει ο γάιδαρος, να πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

– Έρχομαι, λέει ο σκύλος.

Έκοψε τότε το σκοινί του ο γάιδαρος κι έφυγαν.

Έξω απ’ το χωριό βρήκαν μια γάτα, που καθόταν σ’ ένα πεζούλι και έκλαιγε και με το μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυά της. Της λέει ο γάιδαρος:

– Γιατί κλαις, συντέκνισσα;

– Γιατί κλαίω; Εγέρασα και δε βλέπω πια τους ποντικούς και γι’ αυτό η κυρά μου μ’ έδιωξε.

– Δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

– Έρχομαι.

Λέει τώρα ο σκύλος στο γάιδαρο:

– Δεν μπορώ, καημένε γάιδαρε, να περπατήσω.

Του λέει ο γάιδαρος:

– Ανέβα στη ράχη μου. Ανεβαίνει στη ράχη του ο σκύλος, ανεβαίνει κι η γάτα και πάνε καβάλα στο γάιδαρο.

Πήγαν-πήγαν, έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Απάνω σε μια κολώνα ήταν ένας πετεινός και λαλούσε. Του λέει ο γάιδαρος:

– Καημένε πετεινέ, γιατί λαλείς;

– Ας τα, λέει ο πετεινός. Έχει μουσαφιρέους τ’ αφεντικό μου και θα με σφάξει.

– Δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Πηδάει κι ο πετεινός πάνω στο γάιδαρο.

Πήγαν-πήγαν, έφτασαν σ’ ένα δάσος κι εβραδιάστηκαν εκεί. Λένε στη γάτα: «Ανέβα, γάτα, σ’ ένα ψηλό δέντρο και κοίταξε, αν φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά». Η γάτα ανέβηκε απάνω σ’ ένα δέντρο και είδε φως μέσα στο δάσος.

Εκεί ήταν ένα καλύβι και μέσα στο καλύβι καθόταν μια συντροφιά από κλέφτες. Τη στιγμή που οι κλέφτες κατεβάζανε το καζάνι με το φαΐ απ’ τη φωτιά, βάζει ο γάιδαρος το κεφάλι του από το παράθυρο κι αρχίζει να γκαρίζει: Γκα-γκα-γκάου, ο σκύλος: γάου, γάου· η γάτα: νιάου-νιάου, ο πετεινός: κι-κι-ρί-κου…

Οι κλέφτες τα ’χασαν· θάρρεσαν πως είναι ξωτικές και πήραν το δρόμο.

Μπαίνει μέσα ο γάιδαρος με την παρέα του, και την κάνανε νά!

Σαν έφαγαν, ο γάιδαρος βγήκεν όξω και κυλιόταν, ο σκύλος κάθησε στην πόρτα, η γάτα στο τζάκι κι ο πετεινός ανέβηκε σ’ ένα κλαρί μπροστά στο καλύβι.

Σαν νύχτωσε κι οι μουζικάντες μας κοιμούνταν, λέει ο καπετάνιος στους κλέφτες:

– Ποιος είναι παλικάρι να πάει να δει τι γίνεται στο καλύβι;

– Εγώ, λέει ένας.

– Άντε να πας.

Πάει αυτός, μπαίνει μέσα. Το σκυλί στην πόρτα δεν τον πείραξε. Βλέπει αυτός τα μάτια της γάτας και λέει: «ακόμα βαστάει η φωτιά». Πάει κοντά να πιάσει φωτιά ν’ ανάψει τη λάμπα, τον αρπάζει η γάτα απ’ τα μούτρα. Πάει να βγει όξω, τον αρπάζει απ’ τα ποδάρια ο σκύλος. Βγαίνει όξω, τον αρχίζει ο γάιδαρος στα κλωτσίδια. Ο πετεινός φωνάζει απ’ το κλαρί: «κι-κι-ρί-κου, πιάστε τον, πιάστε τον».

Φεύγει αυτός τρομαγμένος. Σα γύρισε, τον ερώτησαν τι έκανε.

– Ας τα, λέει. Πάω να ιδώ στο τζάκι, μ’ αρπάζει μια στρίγγλα απ’ τα μάτια. Πάω να βγω όξω, μ’ αρπάζει άλλη απ’ τα ποδάρια. Βγαίνω όξω και μου δίνει μια μεγάλη στρίγγλα μ’ ένα ξύλο μια και μ’ έριξε κάτω, κι άλλη μια φώναξε: «πιάστε τον – πιάστε τον».

Οι κλέφτες, πού να ξαναπατήσουν πια στο καλύβι! Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα κι ο πετεινός,

Τρώγανε και πίνανε
και μας δε μας δίνανε.

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, Β΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σιας A.E., 2001)