Η Λέσβος, το όμορφο λουλουδισμένο νησί του Αιγαίου πελάγους, μετρούσε ανάμεσα στα παιδιά της ποιητές που τα τραγούδια τους συγκινούσαν τον κόσμο. Στους πράσινους λόφους της Μυτιλήνης γεννήθηκε ο Πιττακός, ένας από τους εφτά μεγάλους σοφούς της Ελλάδας. Στους άγριους βράχους της Ερεσσού έζησε και αγάπησε η ποιήτρια Σαπφώ. Στη Μήθυμνα όμως ανήκει η δόξα του Αρίονα.

Τώρα τ’ όνομά του δε μας λέει πια τίποτα. Ίσως μόνο να ξυπνά καμιά αμυδρή ενθύμηση, ότι ήταν και αυτός ποιητής σαν τόσους άλλους που ακούμε πως έζησαν και ποτέ δεν τους γνωρίσαμε. Και όμως ήταν ένας καιρός που απ’ όλες τις γωνιές της γης ξεκινούσαν άνθρωποι για ν’ ακούσουν τα τραγούδια του, και, όταν τ’ άκουαν, ξεχνούσαν και πόνους και πίκρες και μαγεμένοι κάθονταν στα πόδια του, κοίταζαν το πρόσωπό του, και δεν τους έμελε πια τίποτ’ άλλο στον κόσμο.

Ο Αρίων λοιπόν γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λέσβο.

Εκεί πρώτη φορά τραγούδησε, εκεί ένιωσε τη μεγάλη του δύναμη, που τον έκανε να επιβάλλεται σε όλους τους άλλους ανθρώπους.

Όταν όμως αντρώθηκε και θέλησε ν’ απλώσει τα φτερά του, βρέθηκε στενή και μικρή η γη η πατρική του, ένιωσε την ανάγκη να φύγει, να ταξιδέψει, να δει καινούργιους τόπους. Άφησε τη Λέσβο και πήγε κατά την τύχη του.

Όπου σταματούσε στα ταξίδια του, όπου κι αν έπιανε τη λύρα του, όπου κι αν έλεγε τα τραγούδια του, οι άνθρωποι άφηναν τις δουλειές τους και μαζεύονταν γύρω του και τον λάτρευαν σα θεό. Παντού έβρισκε φιλοξενία, όλοι τον αγαπούσαν, λένε μάλιστα πως οι άγριοι λύκοι των βουνών τον ακολουθούσαν πιστά, ημερεμένοι από την τέχνη του.

Ένας όμως τον αγαπούσε και τον θαύμαζε περισσότερο απ’ όλους: ο Περίανδρος, ο άρχοντας της Κορίνθου, ένας από τους εφτά σοφούς της Ελλάδας, που σ’ όλη τη ζωή του στάθηκε πιστός κοντά του.

Έτσι έγινε ο Αρίων να νιώθει σα δικό του σπίτι το παλάτι του βασιλιά. Και όταν γύριζε ο τραγουδιστής από τις περιοδείες του, πάντα εκεί κατέληγε, και έμενε κοντά στο φίλο του, ως την ώρα που τον έπιανε πάλι η όρεξη του ταξιδιού και έφευγε με τη λύρα στο χέρι και τη φωτιά της έμπνευσης στα μάτια.

Μια μέρα έμαθε ότι στη Σικελία θα γινόταν μεγάλος αγώνας μουσικός.

Έφυγε αμέσως κι έφτασε στο νησί λίγες μέρες πριν από τον αγώνα. Απ’ όλα τα μέρη τα ελληνικά είχαν μαζευτεί εκεί ποιητές και μουσικοί, φημισμένοι και άγνωστοι, νέοι και γέροι, άλλοι με λύρες, άλλοι με φλογέρες, όλοι μάστοροι στην τέχνη τους. Ο Αρίων όμως τους νίκησε όλους.

Με το τραγούδι του μάγεψε όσους τον άκουσαν, ακόμα και τους πιο πεισματικούς αντιπάλους του.

Τους τραγούδησε για άνοιξη και αγάπη, για ηρωισμό και ενθουσιασμό, τους έκαμε για μια στιγμή να νιώσουν όλα τα όνειρα, όλη τη νοσταλγία της καρδιάς του, τους έριξε στα γόνατα εμπρός του, συνεπαρμένους από την ανώτερή του ψυχή.

Και του έδωσαν το χρυσό στεφάνι της νίκης και του χάρισαν πλούτη, και, όταν θέλησε να φύγει, του αρμάτωσαν καράβι δικό του και με δάκρυα στα μάτια τού ευχήθηκαν ευτυχία και δόξα και χαρά.

Συγκινημένος στεκόταν ο Αρίων στην ψηλή την πρύμη και έβλεπε την κιτρινόχρυση γη να χάνεται στον ορίζοντα. Και όταν δε φαινόταν πια τίποτα, μόνο η θάλασσα που άστραφτε στον ήλιο, στέναξε και γύρισε να κατέβει από την πρύμη.

Εμπρός του όμως είδε τους ναύτες όλους μαζεμένους, με τα χέρια σταυρωμένα, που τον κοίταζαν με μάτια σκληρά, γεμάτα έχθρα.

Ο Αρίων σταμάτησε.

― Τι θέλετε;

― Πολλά πράματα θέλουμε εμείς! φώναξε ένας. Και πρώτα-πρώτα, θέλουμε να σε ρίξουμε στη θάλασσα.

― Τι σας έκαμα; ρώτησε πάλι ο Αρίων. Αν ζητάτε χρήματα, νά, εκεί στα πόδια σας είναι τα δώρα που μου χάρισαν οι πατριώτες σας. Εκεί έχει στολίδια, χρυσάφια και πλούσια ρούχα, δικά σας είναι, τι τα θέλω εγώ; Τη ζωή μου όμως, αν μου την πάρετε, τι όφελος θα είναι για σας;

― Πες καλύτερα τι θα μας ωφελήσει αν σου την αφήσουμε! φώναξε άγρια ένας άλλος. Ζωντανός μπορείς να μας μαρτυρήσεις στο πρώτο λιμάνι που θ’ αράξουμε, και να μας στείλεις στην κρεμάλα. Πεθαμένος όμως στα βάθη της θάλασσας, τι κακό μπορείς να μας κάμεις;

― Βέβαια! φώναξαν και οι άλλοι. Αν τον φάνε τα ψάρια, αν τον πνίξουν τα κύματα, αν τον θάψουν τα φύκια, ποιος θα το μάθει ποτέ; Πήδα μονάχος σου, τραγουδιστή, μη σε ρίξουμε με τα χέρια μας στο νερό!

Ο Αρίων τούς κοίταζε μαζεμένους εμπρός του, που φώναζαν και φοβέριζαν, ενωμένοι όλοι στο φθόνο τους για κείνον που τον αισθάνονταν ανώτερό τους, και τον έπιασε αηδία.

Εμπρός του απλωνόταν η θάλασσα ήσυχη, απέραντη, με ομορφιά αιώνια. Τότε ξέχασε την ανθρώπινη προστυχιά, η πίκρα έφυγε από την καρδιά του… ένα μόνο ήξερε, ότι θα πέθαινε, ότι θα χανόταν, ότι ήταν η τελευταία φορά που έβλεπε τη φύση, η τελευταία φορά που η ομορφιά της θα ξυπνούσε μέσα του αντίλαλο.

Γι’ αυτό και το τραγούδι του ήταν το τελειότερο που είπε ποτέ. Μόνος με τη φύση, που αγάπησε και τραγούδησε, έλεγε για τελευταία φορά τον πόθο του, τη χαρά του που μπορούσε ακόμα να της τον πει, τον πόνο του που θα έφευγε και δε θα την ξανάβλεπε πια ποτέ.

Τραγουδούσε, και η φωνή του ήταν πότε σιγανή και χαδιάρικη, πότε δυνατή και φώναζε την αγάπη του, ώσπου ο αέρας γέμισε μελωδία, απ’ όλα τα μέρη αντηχούσε το τραγούδι του, τα ξύλα του καραβιού άρχισαν να τρέμουν, η θάλασσα να ταράζεται. Τότε μ’ ένα μεγάλο πήδο ρίχτηκε ο Αρίων στο θάνατο, με τα μάτια ορθάνοιχτα, με το τραγούδι στα χείλη. Και τα κύματα έκλεισαν απάνω του.

Μα το τραγούδι του ακόμα ηχούσε στον αέρα, λες και αμέτρητες φωνές το είχαν πάρει και το συνέχιζαν θρηνώντας το χαμό του… Και οι ναύτες τρομαγμένοι ρίχτηκαν στα κουπιά και βιαστικά έφυγαν από το στοιχειωμένο εκείνο μέρος.

Ο Αρίων όμως δεν πνίγηκε.

Μια στιγμή είδε το βαθυγάλαζο νερό ολόγυρά του, είδε απάνω από το κεφάλι του φούσκες πράσινες να φεύγουν, σα να βιάζονταν να βγουν στον αέρα, και μια σκέψη πέρασε από το νου του: αχ, να μπορούσε κι εκείνος μια φορά ακόμα να δει τον ήλιο, τον ουρανό!…

Μ’ όλη του τη δύναμη κλώτσησε το νερό, κι άξαφνα αισθάνθηκε κάποιο σώμα που τον έσπρωχνε, τον ανέβαζε στον αφρό. Ζαλισμένος κοίταξε γύρω του. Η θάλασσα είχε γεμίσει δελφίνια, κι ο ίδιος καθόταν σε μια πλάτη μαύρη και γυαλιστερή, σ’ ένα δελφίνι μεγαλύτερο απ’ όλα τ’ άλλα. Κι αυτά ακόμα είχαν συγκινηθεί από το τραγούδι του και τώρα τον πήγαιναν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στο φίλο του το βασιλιά στην Κόρινθο.

Πολλά χρόνια έζησε ακόμα ο μεγάλος μουσικός. Και όταν ήρθε η ώρα του να πεθάνει, για να μη σβήσει για πάντα η ενθύμησή του, οι θεοί τον έβαλαν, εκείνον και τη λύρα του, ανάμεσα στα άστρα του ουρανού, όπου λαμποκοπούν ακόμα ως σήμερα.

(από το βιβλίο: Αλεξάνδρα Δέλτα-Παπαδοπούλου, Μύθοι και θρύλοι, Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 1977)