Tα σπιτάκια της Nαζαρέτ, «σα φούχτα μαργαριτάρια σε σμαραγδένιο χωνί σκορπισμένα», έφεγγαν κάτασπρα στις πλαγιές του βουνού ανάμεσα σε φουντωτά περιβόλια όλο συκιές, πορτοκαλιές, δράνες και ροδιές. Oι Eβραίοι την έλεγαν «Λαμπάν», το ασπροχώρι, και άλλοι «Λουλούδι της Γαλιλαίας». Eκεί μεγάλωσε ο Iησούς. H ζωή του ήταν σαν τη ζωή όλων των παιδιών της Γαλιλαίας. Γράμματα πολλά δε μάθαιναν· ο ραββίνος (δάσκαλος) του χωριού τούς μάθαινε να διαβάζουν τη Γραφή

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που δεν είχαν παιδιά. Όλα τ’ αγαθά τα είχαν και μόνο παιδιά δεν είχαν.   Η πίκρα τους γι’ αυτό ήταν μεγάλη. Έλεγαν:   – Τί θα γίνει ο θρόνος μας σαν πεθάνομε; Ποιος θα κυβερνήσει το λαό μας; ποιος θα μας γεροκομήσει; Κανείς!   Και ήταν πάντα θλιμμένοι και απαρηγόρητοι.   Επειδή όμως ήταν αγαπημένο αντρόγυνο, προσπαθούσαν να

Καθόμουν στο διάτρητο μπλε παγκάκι της αίθουσας αναμονής και σκεφτόμουν ότι τέτοιες μέρες, μόνον οι απελπισμένοι, οι γέροι εργένηδες και οι εκ πεποιθήσεως αντικοινωνικοί τύποι συχνάζουν σε  αεροδρόμια και κινηματογράφους. Τι μπορεί άραγε να αναγκάσει έναν φυσιολογικό άνθρωπο να ταξιδέψει παραμονή Χριστουγέννων; Σίγουρα κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο, κάποιο ζήτημα ζωής ή θανάτου, εκτός πια κι αν είναι πιλότος ή αεροσυνοδός. Κι εγώ, ο Μόδεστος Κατσαρίδης, σας το λέω με πάσα βεβαιότητα,

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας. Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλέας και μια βασίλισσα και είχανε ένα γιο πολύ ωραίο, και τον λέγανε Ύπνο. Ο γιος τους λοιπόν αυτός δεν ήθελε να παντρευτεί. Πόσα του ’λεγε ο βασιλέας, η βασίλισσα «να παντρευτείς να κάμεις παιδιά», κείνος του κάκου. Η βασίλισσα έβαλε υποψία μήπως αγαπούσε καμιά παρακατινή ο γιος της και δε θέλει ναν της το πει.