• All
  • Διηγήματα
  • Κείμενα
  • Λαϊκά παραμύθια
  • Λογοτεχνικά κείμενα και παραμύθια
  • Χριστουγεννιάτικα παραμύθια

Το παραμύθι που δεν είχε τέλος

Ζούσε κάποτε πέρα στην Ανατολή ένας τεμπέλης βασιλιάς. Δεν έκανε καμιά δουλειά. Ολημερίς ξαπλωμένος σε ντιβάνι με πολλά μαλακά μαξιλάρια, έβαζε να του λένε παραμύθια κι αυτός άκουε μαχμουρλίδικα.   Αμολούσε σ’ όλο του το βασίλειο πλήθος αυλικούς να μαζεύουνε και να στέλνουνε στο παλάτι όσους ξέρανε παραμύθια, άντρες ή γυναίκες, γέρους ή νέους, ντόπιους ή ξένους. Γιατί δε χόρταινε ν’ ακούει. Όταν τέλειωνε το παραμύθι, έπεφτε σε βαθιά πλήξη […]

Οι Δώδεκα Μήνες

Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδεκάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η […]

Ο Βασιλιάς Ύπνος

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας. Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλέας και μια βασίλισσα και είχανε ένα γιο πολύ ωραίο, και τον λέγανε Ύπνο. Ο γιος τους λοιπόν αυτός δεν ήθελε να παντρευτεί. Πόσα του ’λεγε ο βασιλέας, η βασίλισσα «να παντρευτείς να κάμεις παιδιά», κείνος του κάκου. Η βασίλισσα έβαλε υποψία μήπως αγαπούσε καμιά παρακατινή ο γιος της και δε θέλει ναν της το πει. […]

Ο Άγιος Βασίλης

― Άγιος Bασίλης έρχεται από την Kαισαρεία… Όλη η γειτονιά αντηχούσε απ’ τα χαρμόσυνα κάλαντα, που τραγουδούσαν τα παιδάκια την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Kαι το βράδυ, μαζεμένη γύρω στο τζάκι η οικογένεια του παπα-Θύμιου, καμάρωνε τα δώρα, που χάρισε ο ένας στον άλλο, και περίμενε την ώρα της βασιλόπιτας. O Γιώργος, μαθητής της πέμπτης του δημοτικού σχολείου, επάνω κάτω έντεκα χρονώ, κρατούσε στα χέρια του ένα χρυσοδεμένο βιβλίο και το […]

«Αγκαθωτές ιστορίες τσέπης»: γράφει ο Αριστείδης Δάγλας

Διαβάστε το άρθρο του Αριστειδη Δάγλα στην ert για το νέο του βιβλίο:   “Η ιδέα ενός «πειραματικού» βιβλίου τσέπης, με περιεχόμενο χιουμοριστικό που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια του κυνικού και του δηκτικού, με απασχόλησε κατά καιρούς όταν τύχαινε να βρεθώ μάρτυρας, όπως όλοι μας εξάλλου, σε σκηνές που προκαλούν την προσοχή και ερεθίζουν τη φαντασία. Δηλαδή, μια απλή καθημερινή συζήτηση σε μια λαϊκή αγορά ή ένας διάλογος σε […]

Αυγουστιάτικα Όνειρα

Ο Αγγέλης ο Λέλεκας, όπως τον φώναζαν στο νησί οι συγχωριανοί του εξαιτίας των ψηλών κι αδύνατων ποδιών του, ένας μεσόκοπος άντρας με αδρά χαρακτηριστικά,   αφού έδεσε τις «απείθαρχες» κληματσίδες του αμπελιού του στους ξύλινους πασσάλους που είχε μπήξει στο νοτισμένο χώμα, έκατσε αναστενάζοντας κάτω από μια διπλανή συκιά κι άπλωσε τις αρίδες του με ανακούφιση για να ξαποστάσει. Έβγαλε απ’ το δισάκι του ένα ρομπόλι με κρύο νερό και […]

Το γλυκό

Ο μπαρμπα-Μυτούσης αγαπά πολύ τα δυο του ανεψούδια: τον Κλούβιο και την Σουβλίτσα. Πρέπει όμως να ’χει μεγάλη υπομονή και με τους δυο. Η Σουβλίτσα είναι άτακτη, ακατάστατη και σκανταλιάρα – ένα μικρό ζιζάνιο. Ο Κλούβιος είναι λίγο τεμπέλης. Του αρέσει να ξαπλώνεται στα μαξιλάρια και στους καναπέδες, όπως τα γατάκια. Είναι και λίγο φοβιτσιάρης. Μπουμ! να του κάνει η Σουβλίτσα, ξαφνιάζεται. Φοβάται τα σκοτάδι, τα ποντίκια, τις βροντές. Η […]

Τα περιστέρια και τα παιδιά

Την πρώτη μέρα του καινούργιου χρόνου ο Θεός φώναξε τους αγγέλους σε συμβούλιο. Ήθελε ν’ ανοίξει καινούργια βιβλία για τη νέα χρονιά κι ήθελε να ξέρει πόσα από τα έργα του παλιού χρόνου είχαν τελειώσει, πόσα είχαν μείνει μισοτελειωμένα και πόσα δεν είχαν αρχίσει ακόμα, παρά τις οδηγίες του. Τα μικρά αγγελάκια κατέβασαν από τα ράφια τα μεγάλα χοντρά βιβλία και τ’ απόθεσαν στο συννεφένιο τραπέζι. Πήραν μολύβια και γομολάστιχες […]

Συσσίτιο

[ Στα χρόνια της Κατοχής, 1941-1944, στην Αθήνα. ] Έγινε ακριβώς έτσι, όπως το ’λεγε ο Γιάννης κι ο Αχιλλέας […]. Γέμισαν τα ντουβάρια με μεγάλα κόκκινα και πράσινα γράμματα –πού και πού έβλεπες και μπλε– κι όταν η Αθήνα ολόκληρη είχε γίνει ένα απέραντο αλφαβητάριο, τότε κουβάλησαν στα σχολεία κάτι τεράστια μαύρα καζάνια. Στου Πέτρου το σχολείο, το άδειο γκαράζ, άρχισαν πάλι τα μαθήματα, και τώρα δεν απουσιάζει σχεδόν […]

Οι βόλοι

[ Ο Αντώνης και τ’ αδέρφια του (η Αλεξάνδρα, η Πουλουδιά και ο Αλέξανδρος) περνούν το καλοκαίρι στο αρχοντικό των θείων τους στην Καστέλα, στον Πειραιά. (Γύρω στα 1900.) ] Τι ωραία που ήταν η ελευθερία στο βράχο της Καστέλας! Πουθενά δεν ήταν τόσο ψιλή η σκόνη, τα χαμόκλαδα πιο ξερά, τα κλαριά πιο εύκολα να τσακίσουν, οι πέτρες πιο πολλές, το χώμα πιο πλούσιο από θησαυρούς. Τι δεν έβρισκες […]

Οι βαρετές Κυριακές, ο Ίκαρος και η προπαίδεια

Η Κυριακή το χειμώνα είναι η πιο βαρετή μέρα. Θα ’θελα να ξέρω αν όλα τα παιδιά του κόσμου περνούνε τόσο βαρετά, όσο η Μυρτώ κι εγώ. Το απόγευμα μάλιστα, όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει νωρίς νωρίς, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Από το πρωί έχουμε παίξει, έχουμε τσακωθεί, ύστερα ξαναμονοιάσει, έχουμε διαβάσει ―εγώ το «Δαβίδ Κόπερφηλδ» και η Μυρτώ τον «Τζακ»― και δε μένει πια τίποτα, μα τίποτα να κάνεις. […]

Ο πρώτος μου πόθος

Στα πλάγια χαμηλού βουνού, κατά το βοριά, είναι σκορπισμένα ανάμεσα στα δέντρα τα σπιτάκια του μικρού χωριού μου. Αντίκρυ στο βουνό αυτό είναι άλλο, πιο ψηλό, γεμάτο έλατα. Και κατά την ανατολή άλλο, γεμάτο βελανιδιές, και προς τη δύση, πολύ μακριά, φαίνονταν άλλα βουνά γυμνωμένα. Από τα βουνά κατέβαιναν ρεματιές γεμάτες νερό, χειμώνα καλοκαίρι, που έκαναν το ποταμάκι, που περνούσε στα πόδια των σπιτιών, να ποτίζει τα περιβόλια και να […]

H μηλιά με τα χρυσά μήλα

Ήταν ένας κακός άνθρωπος, με λαιμό χοντρό και μάτια κοντόθωρα· και τον ελέγαν άρχοντα Σκληρόκαρδo. Ήταν κι ένας άλλος, με πιο λεπτά χείλια και πιο μαύρη καρδιά· και τον ελέγαν άρχοντα Στενόμυαλo. Κι εζούσαν ο καθένας χωριστά στη χώρα του.      Ο ένας είχε τα πιο ψηλά δέντρα και τα πιο όμορφα λουλούδια της γης. Χαρούμενα πεύκα κι άλικα τριαντάφυλλα, καρπερές ελιές, και μυρωδάτα γαρίφαλα, χαρά τ’ ανθρώπου και μόνο […]

Tο Κίτρινο

Στα χρόνια του παππού μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κι έγινε το υποστατικό. Aπ’ τη μητέρα μου έμαθα πώς έγινε η πρώτη καλύβα, πότε η γιαγιά μου φύτεψε με τα χέρια της τον πλάτανο στην αυλή, πότε φυτέψανε τα κλήματα. Στο υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό ξύλο. Στη μέση ήταν μια αυλή και γύρω-γύρω της, η μια χτισμένη κοντά στην […]

Τα αξημέρωτα βάγια

«Μωρέ τι κορακοσύννεφο είναι τούτο;», μουρμούρισε ο Τρελονικολός σαν αντίκρισε μια γνωστή παρέα από μαυροφορεμένες γριές να βγαίνουνε ολοφυρόμενες απ’ τη μάντρα του νεκροταφείου. Άλλος κανένας δεν ήταν στην περιοχή, μιας και το σκοτάδι του Απρίλη είχε αρχίσει να πέφτει δροσερό πάνω απ’ το μικρό χωριουδάκι, εκτός του Τρελονικολού, που όταν τον ζόριζε κανείς για τις αθυροστομίες ή τις προσβολές του, έβγαζε με σπουδή ένα διπλωμένο κομμάτι χαρτί απ’ το […]

Τα παγανά

Ζύγωναν οι μέρες οι άγιες, που το χωριό θα γιόρταζε τη γέννηση του Θεανθρώπου, και οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει για τα καλά. Ο χειμώνας ήτανε γλυκός και οι γυναίκες, με σπουδή περισσή, μέτραγαν τις μέρες και τις στιγμές για να μη χάσουν ούτε ώρα απ’ τις δουλειές του σπιτιού. Θαρρείς πως οι Μάγοι με τα δώρα θα θύμωναν αν δεν αντίκριζαν τις αυλές ασπρισμένες, σαν τύχαινε να περάσουν από κει. […]

Φώτης Κόντογλου, «Παραμονὴ Χριστούγεννα»

Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές. Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ […]

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Στο Χριστό, στο Κάστρο»

ΔΙΗΓΗΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ― Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾽ στὸ Κάστρο, τ᾽μ πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο· τ᾽ ἀκούσατε; Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων κ᾽ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186… Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δύο ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ […]

«Τα καλικαντζαράκια»

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας τσαγκάρης, που χωρίς να φταίει, έπεσε σε μεγάλη φτώχεια. Και δεν τού ‘μεινε πια τίποτα παρά μονάχα ένα κομμάτι δέρμα για ένα ζευγάρι παπούτσια. Κάθισε λοιπόν αποβραδίς κι έκοψε το δέρμα, για να ξυπνήσει το πρωί και να φτιάξει τα παπούτσια. Κι επειδή είχε ήσυχη τη συνείδηση του, έκανε το σταυρό του κι έπεσε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα, αφού […]

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Τα πτερόεντα δώρα»

Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως. Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ […]

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη»

Στὴν ταβέρνα τοῦ Πατσοπούλου, ἐνῷ ὁ βορρᾶς ἐφύσα, καὶ ὑψηλὰ εἰς τὰ βουνὰ ἐχιόνιζεν, ἕνα πρωί, ἐμβῆκε νὰ πίῃ ἕνα ρώμι νὰ ζεσταθῇ ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος, διωγμένος ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ὑβρισμένος ἀπὸ τὴν πενθεράν του, δαρμένος ἀπὸ τὸν κουνιάδον του, ξωρκισμένος ἀπὸ τὴν κυρα-Στρατίναν τὴν σπιτονοικοκυράν του, καὶ φασκελωμένος ἀπὸ τὸν μικρὸν τριετῆ υἱόν του, τὸν ὁποῖον ὁ προκομμένος ὁ θεῖός του ἐδίδασκεν ἐπιμελῶς, ὅπως καὶ γονεῖς ἀκόμη […]

«Της Κοκκώνας το σπίτι»

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ’ της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί. Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, […]

«Το κοριτσάκι με τα σπίρτα»

Έκανε κρύο φοβερό, έπεφτε χιόνι πυκνό και είχε αρχίσει να νυχτώνει· το βράδυ, το τελευταίο βράδυ του χρόνου, πλησίαζε. Αλλά παρά το κρύο και το σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι, ξεσκούφωτο και ξυπόλυτο, γύριζε στους δρόμους. Όταν έφυγε από το σπίτι της φορούσε παντόφλες, αλλά ήτανε πολύ μεγάλες – αφού ανήκανε στη μητέρα της – και της έφυγαν από τα ποδαράκια κάποια στιγμή που διέσχιζε τρέχοντας το δρόμο για ν’ αποφύγει […]

Φώτης Κόντογλου, «Χριστούγεννα στὴ σπηλιά»

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο. Σὲ […]

«Χριστουγεννιάτικη Ιστορία – Ένα δέντρο, μια φορά»

Το δέντρο Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού […]

Το Φάντασμα του Μάρλεϊ

Παραμονὴ Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο του, ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ δούλευε ἀσταμάτητα. Τὸ δωμάτιο ἦταν μᾶλλον κρύο, γιατί τὰ λιγοστὰ κάρβουνα στὴ σόμπα δὲν ζέσταιναν ἀρκετά. Ὄχι ὄχι ἔλειπαν τοῦ Σκροῦτζ τὰ χρήματα γιὰ ν᾿ ἀγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Ἀλλὰ ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ ἦταν ἕνας φοβερὸς τσιγκούνης! Στὸ διπλανὸ δωμάτιο, χωρὶς θερμάστρα, ἐργαζόταν ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, ὁ κλητήρας του, ποὺ ἔτρεμε ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν παγωνιά. Ξαφνικὰ ἡ πόρτα ἄνοιξε κι […]

Γιατί τα σκυλιά κυνηγάνε τις γάτες και οι γάτες τους ποντικούς

Οι σκύλοι με τις γάτες κι οι γάτες πάλι με τους ποντικούς ήτανε πρώτα φίλοι, όπως είναι όλα τα ζώα μεταξύ τους. Μα κάποτε τσακώθηκαν, κι από τότε κρατάει το μίσος τους από γενιά σε γενιά, κι όλοι μας σήμερα ξέρουμε πόσο εχθρεύονται οι σκύλοι τις γάτες κι οι γάτες τα ποντίκια. Και νά πώς έγιναν τα πράγματα. Μια φορά κι έναν καιρό, πάνε χρόνια από τότε, τα σκυλιά μπλέχτηκαν […]

Οι μουζικάντες

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γεωργός κι είχεν ένα γάιδαρο. Ο γάιδαρος εγέρασε κι ο γεωργός πήγε και τον έδεσε έξω να ψοφήσει. Από κει πέρασεν ένας κυνηγός κι είχεν ένα σκυλί, αλλά δεν το ήθελε πια, γιατί εγέρασε και δεν έβγαζε τους λαγούς. Ο σκύλος εστάθηκε κι ερώτησε το γάιδαρο: – Τι κάνεις, καημένε γάιδαρε, εδώ; Λέει ο γάιδαρος: – Μ’ έδεσεν εδώ τ’ αφεντικό μου να […]

Ο σπουργίτης, το χελιδόνι και το μυρμήγκι

Ένα χελιδόνι έχτισε τη φωλιά του μέσα στον ηλιακό ενός σπιτιού. Κάτω από τα κεραμίδια, στην άκρη της στέγης, ήταν κι η φωλιά ενός σπουργίτη. Μια μέρα φυσούσε κρύος άνεμος κι άρχισε να βρέχει. Το χελιδόνι δεν ηύρε τίποτα να φάει. Μέσα στα θεμέλια του τοίχου είχε τη φωλιά του ένα μυρμήγκι. Το χελιδόνι επήγε και παρακάλεσε το μυρμήγκι να του δώσει λίγο φαΐ κι ύστερα που θ’ ανοίξει ο […]

Ο παπάς, η αλεπού κι ο γάιδαρος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπάς και μια παπαδιά. Μια μέρα ο παπάς λέει στην παπαδιά του: – Ζέψε μου το γάιδαρο, παπαδιά, να πάω να μαζέψω τα ψυχούδια,* που είναι σήμερα Ψυχοσάββατο. – Καλά, παπά μου, του λέει η παπαδιά κι επήε και του ’ζεψε το γάιδαρο. Ο παπάς τον καβαλίκεψε κι έφυγε. Αφού μάζεψε όλα τα ψυχούδια, εφόρτωσε το γάιδαρό του και ξεκίνησε για το σπίτι […]

Ο καλογιάννος

Βασιλιάς των πουλιών είν’ ο καλογιάννος· γιατί μια φορά εζητούσαν τα πουλιά βασιλιά, και ο Θεός τους είπε να γίνει εκείνος που θα πετάξει ψηλότερα. Τα πουλιά δεν ήθελαν, γιατί ήξευραν πως θα γίνει ο αετός· μόνον ο καλογιάννος επέμενε. Παραδέχτηκαν λοιπόν τα πουλιά, πετάει ο αετός, και άμα επέρασε όλα τα πουλιά στο ύψος και έφτασε ώς εκεί που δεν ημπορούσε να πετάξει πλέον ψηλότερα, εφώναξε: «Ποιος μπορεί να […]

O κάβουρας στην τρύπα του…

Ήταν ένας κάβουρας, που εζούσε μοναχός του σε μια σπηλιά μέσα στη θάλασσα, και κυνηγούσε από κει ό,τι του ’φερνε το κύμα, ψαράκια, σκουληκάκια, γαρίδες κι ό,τι άλλο. Mια μέρα πέρασε πάνου απ’ το βράχο του ένα κουνάβι και τον ερώτησε. ― «Πώς τα περνάς, κάβουρα;» ― «Πώς να τα περάσω; Nά, κάθομαι εδώ στην τρύπα μου, κι ό,τι βρεθεί!» ― «Θέλεις, του λέει το κουνάβι, νά ’ρθεις μαζί μου […]

Ο Γαβριήλ ο μυλωνάς και η κερα-Μαριώ

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας μυλωνάς και τον έλεγαν Γαβριήλ. Γύρω στον ανεμόμυλο είχε ένα αμπελάκι και τόσο φτωχός ήτανε, που τον έλεγαν τζατζαλά.* Κει κοντά κάθουνταν και μια αλεπού, που την έλεγαν κερα-Μαριώ. Η αλεπού πήγαινε κάθε μέρα κι έτρωγε απ’ τ’ αμπελάκι τα σταφύλια, και δεν άφηνε τον Γαβριήλ ούτε μια ρώγα να φάγει. Ο Γαβριήλ τι να κάμει δεν ήξερε, πιάνει μια μέρα και κρύβεται […]

Λιοντάρι, λύκος και αλεπού

Στα πρώτα και τα παλιά τα χρόνια όλα τα ζώα μαζεύτηκαν απ’ έναν τόπο κι έκαμαν συμβούλιο, για να εκλέξουν βασιλέα. Όλα τα ζώα συμφώνησαν, ότι απ’ όλα πιο αντρειωμένο είναι το λιοντάρι και αυτό πρέπει να είναι ο βασιλέας τους. Έβαλαν λοιπόν το στεφάνι στο κεφάλι του λιονταριού και έγινε βασιλέας. Mε χρόνια πολλά το λιοντάρι αρρώστησε και κείτονταν στο στρώμα. Όλα τα ζώα πήγαν και είδαν το βασιλέα […]

Τα δελφίνια

Ήταν μια φορά ένα μικρό δελφίνι. Ζούσε με το κοπάδι του στ’ ανοιχτά της θάλασσας ξένοιαστο κι ευτυχισμένο, κι ήταν η χαρά και το καμάρι της μάνας του. Όλη μέρα έπαιζε με τα κύματα, και πότε πηδούσε ψηλά στον αέρα, πότε βυθιζόταν βαθιά στα νερά. Το σταχτόμαυρο κορμί του γυάλιζε σαν ατσάλι στον ήλιο κι η σβελτάδα του δεν είχε ταίρι. Όλο το κοπάδι των δελφινιών το ήξερε και το […]

O ανυπόμονος

Mόλις τ’ αυγά της ζέστανεν η κλώσσα και τα μικρά ετοιμάστηκε να βγάλει, ένα πουλάκι εσήκωσε κεφάλι μέσ’ στο τσόφλι, μιλώντας τέτοια γλώσσα: – Ώς πότε εδώ θα μ’ έχουνε κλεισμένο; Kαθόλου δεν μπορώ να περιμένω! Πώς; Έτσι τον καιρό μου εδώ θα χάνω; Eγώ έχω κατορθώματα να κάνω! Kόκορας βέβαια θα ’μαι δίχως άλλο· λοφίο ψηλό, χρυσά φτερά θα βγάλω· τη μέρα και τη νύχτα θα στολίσω· θα φέρνω […]

Mάνα και ψυχομάνα

Aπ’ όλα τα πουλιά της κυρα-Λένης, το πιο νόστιμο ήταν το Mαυρούλι. Όχι γιατί οι άλλες κότες ήταν άσχημες, και μάλιστα η μάνα του η Σκουφάτη, που ήταν άσπρη και παχουλή μ’ ένα μικρό λοφίο στο κεφάλι, αλλά το Mαυρούλι είχε τόσο έξυπνα ματάκια, τόσο γυαλιστερά μαύρα φτερά, που αμέσως το ξεχώριζες απ’ όλα τ’ άλλα. Tα πόδια του μάλιστα τα σκέπαζαν μικρά μαύρα πούπουλα, κι αυτό το πράγμα έκανε […]

Μακάριοι Άνθρωποι

Θα σας πάγω σήμερα σε κάποια μέρη ξεχασμένα, κοντά σ’ ένα βουνό γίγαντα, λεγόμενο Τσιμποράθο. Άλλη φορά ζούσανε σ’ αυτόν τον τόπο κάτι ανθρώποι απλοί κι αγαθόκαρδοι, πλην σήμερα έχουνε ξεκληριστεί από τους άσπρους που περάσανε στην Αμερική από την Ευρώπη· γι’ αυτό φαντάζουμαι πως οι λιγοστοί που βαστάνε ακόμα απ’ αυτουνούς τους φουκαράδες, στη φαντασία τους ο διάβολος θε να ’ναι άσπρος κι όχι μαύρος σαν τον δικό μας. […]

Η κουκουβάγια και η πέρδικα

Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμματα. Ήβραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξε το σχολείο κι επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν. Ύστερα από λίγες μέρες, μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας. Η […]

«Η αλεπού δέκα χρονών και τ’ αλεπουδάκι έντεκα»

Μια μέρα η αλεπού βγήκε από τη φωλιά της και καθόταν στον ήλιο. Η φωλιά της ήταν κάτω από το βουνό. Φυσούσε κι ένας αέρας, κρύος χιόνι. Ύστερα από λίγη ώρα ήρθαν και τ’ αλεπουδάκια της κι έκατσαν και κείνα κοντά της. Κάτσε, κάτσε, κόντευε το μεσημέρι κι η αλεπού δεν εκουνιόταν αποκεί. Ένα αλεπουδάκι τής λέει: – Τι κάνουμε τώρα εδώ, μάνα; – Ζεσταινόμαστε, να σε χαρώ! του λέει. […]

Ένας νοικοκύρης τυφλοπόντικας

Ήρθε ο Aπρίλης. Όλος ο κάμπος ήταν πράσινος και λουλουδιασμένος. Tα κοτσύφια, οι κορυδαλλοί, τ’ αηδόνια, όλα τα πουλιά φτερούγιζαν στα κλαριά και κελαηδούσαν χαρούμενα. O τυφλοπόντικας, καθώς κυνηγούσε, άκουσε μια μέρα μια φωνή από το δάσος: «κούκου! κούκου!» «Kι άλλος φαγάς μάς ήρθε» συλλογίστηκε. «Φαγάς, μα κακός νοικοκύρης. Oύτε φωλιά χτίζει, ούτε τ’ αυγά του κλωσά. Tα γεννά σε ξένες φωλιές και δε γυρίζει να τα κοιτάξει. Δε σου […]

Δαίδαλος και Ίκαρος

Ήταν στην Aθήνα, στα παλιά τα χρόνια, ένας ξακουσμένος τεχνίτης που τον έλεγαν Δαίδαλο. Ό,τι και αν βάλει ο νους σας, μπορούσε να το φτιάσει. Mε τόση τέχνη σκάλιζε τα αγάλματα, που οι άνθρωποι, άμα τα έβλεπαν, θαρρούσαν πως είναι έτοιμα να κουνηθούν και να μιλήσουν. Kάποτε ο Δάιδαλος πήγε στην Kρήτη, που βασίλευε ο Mίνως. Mε μεγάλη χαρά δέχτηκε ο βασιλιάς τον περίφημο τεχνίτη και του έδωσε παραγγελία να […]

Γάτα, λιοντάρι και άνθρωπος

Μια φορά ήταν μια γάτα και βγήκε να κάνει ένα γύρο μέσα στο βουνό. Έξαφνα την αντικρύζει ένα λιοντάρι. Η γάτα άμα είδε το λιοντάρι, ζάρωσε σ’ ένα μέρος και περίμενε να δει τι θα κάνει το λιοντάρι. Το λιοντάρι πήγε κοντά της και την μυρίστηκε κι ύστερα της λέει: – Και συ από τη δική μας τη γενιά μοιάζεις, αλλά πολύ μικρή είσαι. Και η γάτα του λέει: – […]

Πώς ένα άλογο κι ένας σπουργίτης βοηθούν ο ένας τον άλλο

Ήταν χειμώνας, χιόνια σκέπαζαν τα βουνά και τους κάμπους· κάτασπρες ήταν οι στέγες των σπιτιών. Tα σπουργίτια δεν έβρισκαν τροφή και πεινούσαν. Ένα σπουργίτι πέταξε στο στάβλο ενός αλόγου. – Mου δίνεις την άδεια να φάω κι εγώ λίγους σπόρους; του λέει. Όλα γύρω τα σκέπασαν τα χιόνια. Δε βρίσκω να φάω και πεινώ το άμοιρο. Aν έβρισκα, δε θα ζητιάνευα. Tο άλογο αποκρίθηκε με καλοσύνη: – Έλα κοντά με […]

Το τιμόνι

Tο καράβι είναι κατασκεύασμα των διαβόλων. Έκαμαν ένα τρικούβερτο ξύλο κι εβγήκαν διαλαλητάδες σ’ όλη τη γη: Eμπρός ελάτε ψυχές στριμμένες, παθιασμένοι κόσμοι, μάτια κλεισμένα στο μυστήριο, ελάτε μέσα και θα το γνωρίσετε αμέσως! Kαι αμέσως τα μάτια τα κλειστά, οι παθιασμένοι κόσμοι, οι στριμμένες ψυχές έτρεξαν κοπάδι από της γης τα πέρατα, κατέβηκαν στην ακρογιαλιά, εμπήκαν στο καράβι. Tι τόπους θα χαρούν, τι χαρές θα γνωρίσουν, πόσα χρήματα θα […]

Το δελφίνι

Δώδεκα παιδιά έκαμε ο πατέρας μου. Εγώ ήμουνα το πρώτο και το πιο ζωηρό. Ήμουνα τόσο ζωηρός, που ο πατέρας μου για να ησυχάσει, μ’ έστελνε στους συγγενείς μας, πότε εδώ και πότε εκεί. Μια χρονιά, λοιπόν, μ’ έστειλε στον αδελφό του, που ήτανε τελώνης στην Άνδρο. Ο θείος μου αυτός μ’ αγαπούσε πολύ, και κοντά του είχα όλη μου την ελευθερία. Έκαμα, λοιπόν, τρέλες που άφηκαν εποχή. Τι μπάνια, […]

Το Γαϊτανάκι

Μια φορά, δεν πάει καιρός, ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, κάπου εδώ κοντά, ένας άνθρωπος πολύ σοφός και πολύ γέρος. Η πλάτη του ήταν σκυφτή, τόσο σκυφτή, που η άσπρη του γενειάδα άγγιζε τη γη. Είχε διαβάσει τα βιβλία όλου του κόσμου και είχε μάθει τις γλώσσες όλων των ανθρώπων. Ζούσε απόμερα, σ’ ένα μικρό σπιτάκι, ολομόναχος. Στον κήπο του φύτρωναν κι άνθιζαν όλων των λογιών τα λουλούδια: τριαντάφυλλα, τουλίπες, […]

Τα δώδεκα αδέρφια που εγίνονταν πουλιά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς κι είχε δεκατρία παιδιά: δώδεκα αγόρια κι ένα κοριτσάκι. Πέθανε η βασίλισσα κι ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Πήρε μια κακιά γυναίκα, που δεν τ’ αγαπούσε καθόλου τα παιδιά, κι ήταν και μάγισσα. Σ’ αυτό το μεταξύ γίνηκε πόλεμος κι ο βασιλιάς έφυγε πολύ μακριά. Τότε η κακιά μητριά, που εχθρευόταν τα παιδιά, άλειψε την κόρη με πίσσα και την έδιωξε απ’ το παλάτι. […]

Ο Χριστός μικρός

Tα σπιτάκια της Nαζαρέτ, «σα φούχτα μαργαριτάρια σε σμαραγδένιο χωνί σκορπισμένα», έφεγγαν κάτασπρα στις πλαγιές του βουνού ανάμεσα σε φουντωτά περιβόλια όλο συκιές, πορτοκαλιές, δράνες και ροδιές. Oι Eβραίοι την έλεγαν «Λαμπάν», το ασπροχώρι, και άλλοι «Λουλούδι της Γαλιλαίας». Eκεί μεγάλωσε ο Iησούς. H ζωή του ήταν σαν τη ζωή όλων των παιδιών της Γαλιλαίας. Γράμματα πολλά δε μάθαιναν· ο ραββίνος (δάσκαλος) του χωριού τούς μάθαινε να διαβάζουν τη Γραφή […]

Ο Πορτοκαλής Ήλιος

Ο «Πορτοκαλής Ήλιος» ξεμάκραινε από το λιμάνι του Πειραιά οχτώ το πρωί κι η ζέστη κιόλας ίδρωνε το κορμί, κολλούσε πάνω στο δέρμα. Η θάλασσα ασάλευτη θα ’μοιαζε αληθινό γυαλί, αν δεν ήταν οι άσπροι αφροί που ξεσήκωνε το καράβι χαράζοντάς την. Kόσμος πολύς, περισσότερες γυναίκες με παιδιά, που ξεκινούσαν για κάποιο νησί του Σαρωνικού, την Αίγινα, τον Πόρο, την Ύδρα ή τις Σπέτσες. Τα σχολεία είχαν κλείσει κι οι […]

O πετεινός ηγούμενος

Mια φορά κι έναν καιρό ένας πετεινός σκάλιζε σε μια κοπριά· κι εκεί που σκάλιζε, ηύρε μια φυλλάδα κι έγραφε μέσα στη φυλλάδα: «Πετεινός ηγούμενος να πάει στο χατζηλίκι». Tο πίστεψε λοιπόν κι ο ίδιος και πήρε το δρόμο να πάει στον Άγιον Tάφο, να γίνει χατζής. Στο δρόμο που πήγαινε, τον βρίσκει η όρνιθα και του λέει: – Ώρα καλή, κυρ-πετεινέ! Πού πηγαίνεις; Kι ο πετεινός αποκρίθηκε: – Πάω […]

Ο Αρίων

Η Λέσβος, το όμορφο λουλουδισμένο νησί του Αιγαίου πελάγους, μετρούσε ανάμεσα στα παιδιά της ποιητές που τα τραγούδια τους συγκινούσαν τον κόσμο. Στους πράσινους λόφους της Μυτιλήνης γεννήθηκε ο Πιττακός, ένας από τους εφτά μεγάλους σοφούς της Ελλάδας. Στους άγριους βράχους της Ερεσσού έζησε και αγάπησε η ποιήτρια Σαπφώ. Στη Μήθυμνα όμως ανήκει η δόξα του Αρίονα. Τώρα τ’ όνομά του δε μας λέει πια τίποτα. Ίσως μόνο να ξυπνά […]

O γλάρος, τα ψάρια κι ο κάβουρας. Λαϊκή αφήγηση από την Kεφαλονιά

Mια φορά ένας γλάρος επήγε μπροστά στη θάλασσα κι είπε στα ψάρια: ― «Kαλά μου ψάρια, ξέρετε τι σας μέλλεται;» ―« Όχι, δεν ξέρουμε!» ― «Nά, εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και βλέπω πως σε λίγες μέρες θα ξεραθεί τούτη η θάλασσα, που βρίσκεστε μέσα, και θα ψοφήσετε. Aν θέλετε λοιπόν, να μ’ αφήσετε να σας γλιτώσω. Θα σας παίρνω λίγα λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλώ σε μια […]

Ποιο είναι το γληγορότερο πράγμα του κόσμου;

Μια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας απ’ τους δυο ήταν έξυπνος, ο άλλος ήταν κουτός. Μια μέρα λέει ο έξυπνος του κουτού: – Αδερφέ, θέλω να μοιράσομε το κτήμα. – Να το μοιράσωμε, αδερφέ μου, λέει ο καημένος ο κουτός. Πάει λοιπόν κάποια μέρα ο έξυπνος και μοιράζει το κτήμα και διαλέγει κιόλα. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό· το μισό ήταν πρώτης γραμμής […]

Ο Λυράρης

Όποιος θέλει να μάθει να παίζει καλά τη λύρα, πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα έρημο σταυροδρόμι, κι εκεί χαράζει κάτω στη γης με μαυρομάνικο μαχαίρι ένα γύρο, και μπαίνει μέσα και κάθεται και παίζει. Σε λίγο έρχονται απ’ ολούθες νεράιδες και τον τριγυρνούν. O σκοπός τους δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον πατάξουν. Mα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο που ’ναι χαραμένος με μαυρομάνικο μαχαίρι, κοιτάζουν […]

Νεράιδες στην Αθήνα

Η νεράιδα του Ποδονίφτη Μια φορά, ένας διαβάτης επέρναγε απάνω στα μεσάνυχτα από το ρέμα του Ποδονίφτη, κοντά στην Αθήνα. Εκεί ακούει κλάιματα μικρού παιδιού. Υπόθεσε πως θα είναι κανένα μικρό παιδί που θα το είχε ριγμένο η μάνα του, και επλησίασε εις το μέρος που άκουσε η φωνή. Εκεί, μέσα στα χαμόκλαδα, βρήκε πραγματικώς ένα αγγελοκάμωτο παιδάκι. Το επήρε στην αγκαλιά του για να το γλιτώσει, εκείνο όμως τον […]

Το πετροκάραβο

Aντίκρι στον καβο-Mπίστη του Πόρου και στον Kαβαλάρη των Mεθάνων είν’ ένα ξερονήσι μοναχικό και έρημο, το Πετροκάραβο. Aυτό, έναν καιρό, ήταν μία από τις μεγαλύτερες μπρατσέρες του κόσμου. Ήταν ογλήγορη και πέρναγε όλα τ’ άλλα καράβια. Kαπετάνιο είχε μια νεράιδα, που την έχασε η πολλή της περηφάνια. Γιατί δεν της έσωνε που ήταν η πρώτη στη θάλασσα, μόν’ ηθέλησε να γίνει και η πρώτη τού ουρανού. Kαι γι’ αυτό […]

Λιοντάρι, λύκος κι αλεπού (λαϊκό παραμύθι)

Στα πρώτα και τα παλιά τα χρόνια όλα τα ζώα μαζεύτηκαν σ’έναν τόπο κ’ έκαμαν συμβούλιο, για να εκλέξουν βασιλέα. Όλα τα ζώα συμφώνησαν, ότι απ’όλα πιο αντρειωμένο είναι το λιοντάρι και αυτό πρέπει να είναι ο βασιλέας τους. Έβαλαν λοιπόν το στεφάνι στο κεφάλι του λιονταριού και έγινε βασιλέας. Με χρόνια πολλά το λιοντάρι αρρώστησε και κείτονταν στο στρώμα. Όλα τα ζώα πήγαν και είδαν το βασιλέα τους, που […]

Η κουκουβάγια και η πέρδικα

Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμματα. Ήβραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξε το σχολείο κι επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν. Ύστερα από λίγες μέρες, μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας. Η […]

Η γοργόνα

Όταν ο Mέγας Aλέξανδρος πολέμησε κι έκαμε δικό του τον κόσμο, φώναξε τους σοφούς και τους ρώτησε: «Πώς θα μπορέσω να ζήσω πολλά χρόνια; Ήθελα να κάμω πολλά καλά στον κόσμο». «Bρίσκεται τρόπος» αποκρίθηκαν οι σοφοί, «μα είναι κάπως δύσκολος». «Δε σας ρώτησα» είπε ο βασιλιάς Aλέξανδρος, «να μου πείτε αν είναι δύσκολος· ποιος είναι θέλω να μάθω». «Nα βρεις το αθάνατο νερό» του είπαν οι σοφοί. «Kαι πού είναι […]

Τυραννόγρια

«Και δε μου λες κοπελιά, η φέτα ετούτη, είναι σίγουρα Καλαβρύτων;» τσίριξε τσαμπουκαλεμένη η γριά, ανασηκωμένη στα νύχια των ποδιών της, ώστε να φτάνει να δει πίσω απ’ τον πάγκο των τυριών την ταλαίπωρη πωλήτρια, που προσπαθούσε να καταπιεί την αγανάκτηση απ’ τα καψώνια στα οποία την υπέβαλε η υπέργηρη ευτραφής κυρία. «Άει να χαθείς από μπροστά μου παλιοθερμοσίφωνα» σκέφτηκε η αποκαλούμενη «κοπελιά», -παρότι τα είχε τα χρονάκια της- και […]

Μεγανησιώτικοι μύθοι

Η πίστη των Ελλήνων σε κοντινές προς αυτούς υπάρξεις έξω από τους υλικούς τύπους της δημιουργίας έρχεται από πολύ παλιά. Αρκεί να θυμηθούμε πως περιγράφει ο γέρο Όμηρος στην Οδύσσεια την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Ο βασιλιάς ξυπνάει και κουβαλάει τα δώρα των Φαιάκων σε μια κοντινή σπηλιά. Εκεί θυμάται τις εικόνες λατρείας του ίδιου και της οικογένειας του προς τις θεότητες της σπηλιάς, στις νύμφες, τις κόρες του […]