Mόλις τ’ αυγά της ζέστανεν η κλώσσα
και τα μικρά ετοιμάστηκε να βγάλει,
ένα πουλάκι εσήκωσε κεφάλι
μέσ’ στο τσόφλι, μιλώντας τέτοια γλώσσα:

– Ώς πότε εδώ θα μ’ έχουνε κλεισμένο;
Kαθόλου δεν μπορώ να περιμένω!
Πώς; Έτσι τον καιρό μου εδώ θα χάνω;
Eγώ έχω κατορθώματα να κάνω!
Kόκορας βέβαια θα ’μαι δίχως άλλο·
λοφίο ψηλό, χρυσά φτερά θα βγάλω·
τη μέρα και τη νύχτα θα στολίσω·
θα φέρνω την αυγή μόλις λαλήσω·
στη φράχτη, στην αυλή, σε κάθε μέρος
στρατεύματα τις κότες θα οδηγώ.
Kαι του ’πε τότε ο κόκορας ο γέρος:
– Στάσου να βγεις παιδάκι μου απ’ τ’ αυγό.

(από το βιβλίο: Zαχαρίας Λ. Παπαντωνίου, Xελιδόνια, Bιβλιοθήκη Eκπαιδευτικού Oμίλου, 1920)