Ζύγωναν οι μέρες οι άγιες, που το χωριό θα γιόρταζε τη γέννηση του Θεανθρώπου, και οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει για τα καλά. Ο χειμώνας ήτανε γλυκός και οι γυναίκες, με σπουδή περισσή, μέτραγαν τις μέρες και τις στιγμές για να μη χάσουν ούτε ώρα απ’ τις δουλειές του σπιτιού. Θαρρείς πως οι Μάγοι με τα δώρα θα θύμωναν αν δεν αντίκριζαν τις αυλές ασπρισμένες, σαν τύχαινε να περάσουν από κει.

Οι χειμωνιάτικες μέρες είναι μικρές κι έτσι οι νοικοκυράδες πάλευαν να προφτάσουν τις δουλειές προτού ο ήλιος γλιστρήσει πίσω απ’ το γήλοφο και τις αφήσει στο σκοτάδι… Παρότι γλυκοκαίρι, μόλις η τελευταία αχτίδα του ήλιου έσβηνε, η δεκεμβριάτικη παγωνιά έσπρωχνε τους ανθρώπους στα σπίτια τους μέχρι την ανατολή, που θ’ αποφάσιζαν να ξεμυτίσουν παλεύοντας με την πρωινή πάχνη ή με το χιόνι πολλές φορές…..