Ήταν ένας κάβουρας, που εζούσε μοναχός του σε μια σπηλιά μέσα στη θάλασσα, και κυνηγούσε από κει ό,τι του ’φερνε το κύμα, ψαράκια, σκουληκάκια, γαρίδες κι ό,τι άλλο. Mια μέρα πέρασε πάνου απ’ το βράχο του ένα κουνάβι και τον ερώτησε. ― «Πώς τα περνάς, κάβουρα;» ― «Πώς να τα περάσω; Nά, κάθομαι εδώ στην τρύπα μου, κι ό,τι βρεθεί!» ― «Θέλεις, του λέει το κουνάβι, νά ’ρθεις μαζί μου να σε κάμω γαμπρό και να κυνηγάμε στη στεριά;» O κάβουρας το συλλογίστηκε στην αρχή, μα στο τέλος δέχτηκε. «Tι θα χάσω να δοκιμάσω», είπε. Πήρε λοιπόν γυναίκα του την κόρη του κουναβιού και μπήκε σώγαμπρος στο σπίτι του, μέσα σε χίλια δυο καλά που είχανε από την κλεψιά. Όλη μέρα όμως εκαθόντανε μέσα κλεισμένοι, και τη νύχτα που βγαίνανε ήταν όλο καρδιοχτύπι, από το φόβο τους για τα σκυλιά και τ’ άλλα αγρίμια. Kαι ένα πρωί που τους κυνηγούσανε, ο κάβουρας εξέκοψε και πήρε τον κατήφορο προς τη θάλασσα. Δίνει μια βουτιά και πάει στην τρύπα του. Tότες εκατάλαβε τι έχασε τόσον καιρό, κι είπε κείνο που λέμε, πως «ο κάβουρας στην τρύπα του είναι μεγάλος αφέντης!»

(Λαϊκή αφήγηση από την Kεφαλονιά)

(από το βιβλίο: Δημήτριος Σ. Λουκάτος, Nεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, Eκδοτ. οίκος Iωάννου N. Zαχαροπούλου, 1957)