Όλα

Mάνα και ψυχομάνα

Mάνα και ψυχομάνα

Aπ’ όλα τα πουλιά της κυρα-Λένης, το πιο νόστιμο ήταν το Mαυρούλι. Όχι γιατί οι άλλες κότες ήταν άσχημες, και μάλιστα η μάνα του η Σκουφάτη, που ήταν άσπρη και παχουλή μ’ ένα μικρό λοφίο στο κεφάλι, αλλά το Mαυρούλι είχε τόσο έξυπνα ματάκια, τόσο γυαλιστερά μαύρα φτερά, που αμέσως το ξεχώριζες απ’ όλα τ’ άλλα. Tα πόδια του μάλιστα τα σκέπαζαν μικρά μαύρα πούπουλα, κι αυτό το πράγμα έκανε την κυρα-Λένη να καμαρώνει όσο παίρνει.

– Eσύ θα γίνεις σκαλτσουνάτη, έλεγε, και το ’παιρνε στα χέρια και του ’ξυνε το κεφαλάκι.

Μακάριοι Άνθρωποι

Μακάριοι Άνθρωποι

Θα σας πάγω σήμερα σε κάποια μέρη ξεχασμένα, κοντά σ’ ένα βουνό γίγαντα, λεγόμενο Τσιμποράθο. Άλλη φορά ζούσανε σ’ αυτόν τον τόπο κάτι ανθρώποι απλοί κι αγαθόκαρδοι, πλην σήμερα έχουνε ξεκληριστεί από τους άσπρους που περάσανε στην Αμερική από την Ευρώπη· γι’ αυτό φαντάζουμαι πως οι λιγοστοί που βαστάνε ακόμα απ’ αυτουνούς τους φουκαράδες, στη φαντασία τους ο διάβολος θε να ’ναι άσπρος κι όχι μαύρος σαν τον δικό μας.

Η κουκουβάγια και η πέρδικα

Η κουκουβάγια και η πέρδικα

Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμματα. Ήβραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξε το σχολείο κι επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν.

Ύστερα από λίγες μέρες, μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας.

Η κουκουβάγια, άμα είδε πως εσχόλασαν τα παιδιά το μεσημέρι και το μωρό της δεν εσχόλασε, επήρε λίγο ψωμί και επήγε στο σχολείο να του το δώσει.

Σελίδες