Διηγήματα

Ο πρώτος μου πόθος

Ο πρώτος μου πόθος

Στα πλάγια χαμηλού βουνού, κατά το βοριά, είναι σκορπισμένα ανάμεσα στα δέντρα τα σπιτάκια του μικρού χωριού μου.

Αντίκρυ στο βουνό αυτό είναι άλλο, πιο ψηλό, γεμάτο έλατα.

Και κατά την ανατολή άλλο, γεμάτο βελανιδιές, και προς τη δύση, πολύ μακριά, φαίνονταν άλλα βουνά γυμνωμένα.

Από τα βουνά κατέβαιναν ρεματιές γεμάτες νερό, χειμώνα καλοκαίρι, που έκαναν το ποταμάκι, που περνούσε στα πόδια των σπιτιών, να ποτίζει τα περιβόλια και να γυρίζει δυο τρεις μύλους.

H μηλιά με τα χρυσά μήλα

H μηλιά με τα χρυσά μήλα

Ήταν ένας κακός άνθρωπος, με λαιμό χοντρό και μάτια κοντόθωρα· και τον ελέγαν άρχοντα Σκληρόκαρδo. Ήταν κι ένας άλλος, με πιο λεπτά χείλια και πιο μαύρη καρδιά· και τον ελέγαν άρχοντα Στενόμυαλo. Κι εζούσαν ο καθένας χωριστά στη χώρα του.

     Ο ένας είχε τα πιο ψηλά δέντρα και τα πιο όμορφα λουλούδια της γης. Χαρούμενα πεύκα κι άλικα τριαντάφυλλα, καρπερές ελιές, και μυρωδάτα γαρίφαλα, χαρά τ’ ανθρώπου και μόνο να τα βλέπει.

Αυγουστιάτικα Όνειρα

Αυγουστιάτικα Όνειρα

Ο Αγγέλης ο Λέλεκας, όπως τον φώναζαν στο νησί οι συγχωριανοί του εξαιτίας των ψηλών κι αδύνατων ποδιών του, ένας μεσόκοπος άντρας με αδρά χαρακτηριστικά,   αφού έδεσε τις «απείθαρχες» κληματσίδες του αμπελιού του στους ξύλινους πασσάλους που είχε μπήξει στο νοτισμένο χώμα, έκατσε αναστενάζοντας κάτω από μια διπλανή συκιά κι άπλωσε τις αρίδες του με ανακούφιση για να ξαποστάσει. Έβγαλε απ’ το δισάκι του ένα ρομπόλι με κρύο νερό και αφού δροσίστηκε, κατέβασε τη σκούφια του χαμηλά κι ακούμπησε στον κορμό του δέντρου να πάρει έναν γρήγορο μεσημεριανό υπνάκο.

Σελίδες